δασυπόδειος

δᾰσῠ-πόδειος, α, ον,
A of a hare:

τὸ δ.

the species hare,

Arist.HA574b13

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δασυπόδειος — δασυπόδειος, α, ον (Α) όποιος ανήκει ή αναφέρεται στον δασύποδα, στον λαγό («γάλα δασυπόδειον») …   Dictionary of Greek

  • δασυπόδειον — δασυπόδειος of a hare masc acc sg δασυπόδειος of a hare neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.